Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

Ελαστογραφία μαστού

Ελαστογραφία μαστού
Η ελαστογραφία μαστού είναι μια νέα και πολλά υποσχόμενη απεικονιστική μέθοδος που επιτρέπει στους επιστήμονες να διαγνώσουν τα καλοήθη ογκίδια, ξεχωρίζοντας τα από τους κακοήθεις όγκους αλλά και τις ύποπτες για κακοήθεια αλλοιώσεις στο μαστό.

Η ελαστογραφία του μαστού είναι ουσιαστικά μια νέα τεχνική στους υπέρηχους που ασκεί μια μικρή πίεση στους εντοπισμένους όγκους, μετρώντας την ελαστικότητα τους. Ο καρκίνος γενικά εμφανίζει μεγαλύτερη σκληρότητα, επομένως η ελαστογραφία μπορεί να δώσει τις αναγκαίες πληροφορίες έτσι ώστε να μειώσει τις βιοψίες μαστών μόνο στις απόλυτα απαραίτητες.
Η ελαστογραφία επιτρέπει την αξιολόγηση της ελαστικότητας ή σκληρότητας των ιστών που  εξετάζονται κατά τη διάρκεια του υπερηχογραφήματος. Αντίθετα δηλαδή από το υπερηχογράφημα μαστού, που δίνει πληροφορίες για το ακριβές σημείο και τη σύσταση της αλλοίωσης, η ελαστογραφία μας πληροφορεί για την ελαστικότητα των ιστών.

Πως γίνεται η ελαστογραφία μαστού

Η εξέταση γίνεται κατά τη διάρκεια του υπερηχογραφήματος, όταν απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση ενός ευρήματος. Έπειτα εφαρμόζεται μια μικρή πίεση στο δέρμα στο σημείο της βλάβης, σαν να πρόκειται για ψηλάφηση. Με τον τρόπο αυτό παράγονται εικόνες των αλλοιώσεων και βλαβών, με σκοπό τη χαρτογράφηση της ελαστικότητας τους με διάφορα χρώματα που επιτρέπουν την ποσοτική εκτίμηση της ελαστικότητας των όγκων.
Η ελαστογραφία χρησιμοποιείται στις εξετάσεις μαστού, ήπατος, θυρεοειδούς, λεμφαδένων. Μέχρι σήμερα όμως η εξέταση αυτή εφαρμόζεται με μεγάλη επιτυχία στην εξέταση για καρκίνο μαστού.
Η ελαστογραφία μαστού είναι μια μέθοδος απλή, γρήγορη, καθόλου επώδυνη και οικονομική.

Σωτήρια η μαστογραφία (και) για τις γυναίκες με καρκίνο


Φως στη διαμάχη για την πρόληψη του καρκίνου του μαστού ρίχνουν οι επιστήμονες, καταδεικνύοντας με την πιο μεγάλη μελέτη που έχει γίνει μέχρι σήμερα πως η μαστογραφία είναι η καλύτερη εξέταση για τον πρόωρο εντοπισμό της νόσου. Μάλιστα, στις ΗΠΑ θα αλλάξουν εκ βάθρων οι οδηγίες που δόθηκαν για την πρόληψη της νόσου, ενώ στη χώρα μας ίσως γίνουν μικρές αλλαγές.


Στη μελέτη συμμετέχουν 130.000 γυναίκες από τη Σουηδία, οι οποίες έχουν χωριστεί σε δύο ομάδες. Σύμφωνα με πρόσφατα αποτελέσματα, όσες ανήκαν στην ομάδα που έκαναν συστηματικό έλεγχο με μαστογραφία είχαν 30% λιγότερες πιθανότητες να πεθάνουν από καρκίνο του μαστού.


Σήμερα, 29 χρόνια μετά την έναρξη της μελέτης, οι επιστήμονες βρήκαν ότι ο αυξημένος αριθμός γυναικών που δεν πεθαίνουν ακόμη και εάν αναπτύξουν καρκίνο του μαστού οφείλεται στο ότι είναι τακτικές στο ετήσιο ραντεβού με τη… μαστογραφία.

«Ανακαλύψαμε πως όσο περισσότερα χρόνια διαρκεί η μελέτη τόσο περισσότερες γυναίκες επιβιώνουν από καρκίνο του μαστού που διαγιγνώσκεται σε πρώιμο στάδιο με μαστογραφία», εξηγεί ο καθηγητής Srephen Duffy από το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Λονδίνου Queen Mary.

Η ειδική ακτινολόγος Σταματία Δεστούνη από το Κέντρο Μαστού Elizabeth Wende στη Νέα Υόρκη δήλωσε πως «τα αποτελέσματα της μελέτης δείχνουν ότι η μαστογραφία είναι τόσο χρήσιμη στην πρόληψη και επιβίωση των γυναικών όσο δεν μπορούσαμε εμείς οι επιστήμονες να φανταστούμε».

Η ίδια εξηγεί πως πριν από δύο χρόνια στις ΗΠΑ σταμάτησαν οι συστηματικές ετήσιες μαστογραφίες, καθώς είχε θεωρηθεί ότι δεν προσφέρουν τόσο σημαντικά αποτελέσματα και ότι το κόστος τους δεν είχε το ανάλογο αντίκρυσμα.

Σήμερα, δύο χρόνια αργότερα, οι αμερικανικές Αρχές θα πρέπει να αναθεωρήσουν τις συστάσεις τους για τη μαστογραφία και να επιστρέψουν στον ετήσιο προληπτικό έλεγχο, ενέργεια που θα δημιουργήσει σύγχυση σε γιατρούς και γυναίκες.

Και αυτό επειδή τα αποτελέσματα της μελέτης έχουν εντυπωσιακή διαφορά από αυτά που προτείνουν οι Αμερικανοί σε γιατρούς και υποψήφιες για προληπτικές εξετάσεις.

Η μελέτη

Στη μελέτη οι εθελόντριες χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Η πρώτη υποβαλλόταν σε τακτά χρονικά διαστήματα σε μαστογραφία – όσες ήταν από 40 έως 49 ετών υποβάλλονταν στην εξέταση ανά διετία και όσες ήταν από 50 έως 74 ετών ανά τριετία –, ενώ εκείνες της δεύτερης ομάδας ακολουθούσαν τη μέθοδο της απλής εξέτασης μαστού και παρακολούθησης και όχι της μαστογραφίας.

«Βάσει των αποτελεσμάτων, ανά 1.000 γυναίκες που υποβάλλονταν σε μαστογραφία επί δέκα συνεχή έτη αποφεύγονταν περίπου τρεις θάνατοι που σχετίζονταν με τη νόσο. Αυτό δείχνει ξεκάθαρα ότι οι θάνατοι που αποφεύγονται τελικά χάρη στη συγκεκριμένη διαδικασία είναι σχεδόν διπλάσιοι σε σχέση με την απλή εξέταση», αναφέρει ο καθηγητής Duffy.

«Θα πρέπει να ενημερώσουμε ξανά τους γιατρούς, αλλά και το κοινό, μια μεγάλη διαδικασία που πρέπει όμως να γίνει», εξηγεί η κ. Δεστούνη.

Οι νέες οδηγίες που είχε εκδώσει πριν από δύο χρόνια η Αρχή Πρόληψης του Αμερικανικού Συστήματος Υγείας πρότειναν την αποφυγή μαστογραφίας ως ελέγχου ρουτίνας μέχρι την ηλικία των 50 ετών, ενώ από τα 50 και πάνω συνιστούσαν μαστογραφία ανά διετία.

Ο κ. Duffy υποστηρίζει πως σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης η καλύτερη πρόληψη που μπορεί να γίνει, σε συνάρτηση με το οικονομικό όφελος, είναι η καθιέρωση της μαστογραφίας ανά 18 μήνες στις ηλικίες από 40 έως 54 ετών και στις γυναίκες άνω των 55 ετών κάθε δύο χρόνια.

Στη χώρα μας, ο καρκίνος του μαστού «χτυπά» κάθε χρόνο 4.500 Ελληνίδες, ενώ περίπου 1.600 γυναίκες ετησίως χάνουν τη ζωή τους.

Σε ολόκληρο τον κόσμο, περισσότερες από 1,4 εκατομμύρια διαγνώσεις καταγράφηκαν το 2008, σύμφωνα με τα τελευταία δεδομένα του Παγκόσμιου Ιδρύματος Αντικαρκινικής Ερευνας (World Cancer Research Fund). Ο αντίστοιχος αριθμός πριν από περίπου 35 χρόνια δεν ξεπερνούσε τις 500.000.

Στην αύξηση της συχνότητας της νόσου τα τελευταία χρόνια έχουν συμβάλει το αλκοόλ, η παχυσαρκία, η μειωμένη φυσική δραστηριότητα, η συστηματική χρήση φαρμακευτικών ορμονών, η μη υιοθέτηση της μεσογειακής διατροφής, η πρώτη κύηση σε ηλικία πάνω από τα 35 έτη, η μη τεκνοποίηση και η μικρή ηλικία εμμηνόπαυσης. Μάλιστα, ο καρκίνος του μαστού που αναπτύσσεται πριν από την εμμηνόπαυση έχει συχνά γενετική βάση, σε αντίθεση με τον μετεμμηνοπαυσιακό που είναι συχνότερος και πιθανόν να επηρεάζεται περισσότερο από εξωγενείς παράγοντες.

Η μελέτη δημοσιεύτηκε στην επιστημονική επιθεώρηση «Journal Radiology».
Πηγή

Σάββατο, 27 Αυγούστου 2011

Εγκυμοσύνη και Ακτινοβολία

Υπάρχουν περιπτώσεις που μια μέλλουσα μητέρα χρειάζεται να υποβληθεί σε κάποια ιατρική διαγνωστική εξέταση ή θεραπεία με ιοντίζουσες ακτινοβολίες. Επίσης, δεν είναι σπάνιο φαινόμενο για ιατρικούς λόγους,γυναίκες να ακτινοβολούνται χωρίς να γνωρίζουν ότι είναι έγκυες, ή γιατί η εγκυμοσύνη τους βρίσκεται σε αρχικό στάδιο ή γιατί δεν έχει διερευνηθεί επαρκώς η πιθανότητα εγκυμοσύνης. Σκοπός του άρθρου αυτού είναι να δώσει πληροφορίες σχετικά με τις επιδράσεις που ενδέχεται να επιφέρουν οι ακτινοβολίες στο κύημα και τα απαιτούμενα μέτρα προφύλαξης, καθώς και να βοηθήσει στην απάντηση ερωτημάτων σχετικά με μια ενδεχόμενη διακοπή της κύησης, λόγω ακτινοβόλησης για διαγνωστικούς ή θεραπευτικούς ιατρικούς σκοπούς.


Τα βιολογικά αποτελέσματα (άμεσα και απώτερα) στο κύημα λόγω ακτινοβόλησής του, εξαρτώνται κυρίως από τη «δόση ακτινοβολίας» που θα δεχθεί και από τη φάση της ανάπτυξής του κατά τη στιγμή της ακτινοβόλησης.

Τα άμεσα αποτελέσματα αφορούν κυρίως τη θανάτωση του κυήματος, την εμφάνιση δυσπλασιών και τη νοητική καθυστέρηση στο παιδί και συμβαίνουν σε πολύ υψηλές δόσεις ακτινοβολίας που σπάνια απαντώνται στις διαγνωστικές εξετάσεις. Η πιθανότητα εμφάνισης τέτοιων ανωμαλιών κάτω από τις πιο δυσμενείς συνθήκες ακτινοβόλησης είναι πολύ μικρότερη από το φυσιολογικό ποσοστό ανωμαλιών (για λόγους άσχετους με ακτινοβολίες) το οποίο είναι 3 - 6 %.


Τα απώτερα αποτελέσματα (στοχαστικά), δηλαδή καρκινογένεση και λευχαιμία, μπορούν να εμφανιστούν με πιθανότητα που είναι ανάλογη της δόσης ακτινοβολίας που θα δεχθεί το έμβρυο και είναι περίπου ίση με 0,015% ανά 1 mSv . Αυτό σημαίνει ότι εάν κάθε μία από 100.000 εγκύους δεχθεί δόση 1 mSv στη μήτρα, 15 από αυτές θα γεννήσουν παιδιά που θα προσβληθούν από καρκίνο εξαιτίας της ακτινοβόλησης αυτής σε κάποια στιγμή της ζωής τους.

 
Αντίστοιχα, εάν οι 100.000 έγκυες δεχθούν 2 mSv θεωρείται ότι 30 παιδιά θα προσβληθούν από καρκίνο. Αξίζει να τονισθεί εδώ ότι στις μέρες μας το ποσοστό εμφάνισης καρκίνου στα άτομα του πληθυσμού υπερβαίνει το 25%, δηλαδή αναφορικά με το παραπάνω παράδειγμα, από τα 100.000 άτομα που θα γεννηθούν, τα 25.000 θα αναπτύξουν κάποιας μορφής καρκίνο στη ζωή τους για λόγους άσχετους από την εμβρυακή ακτινοβόληση. Συνεπώς, η αύξηση της επικινδυνότητας, λόγω ακτινοβόλησης, είναι συγκριτικά πολύ μικρή.


Η Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας (ΕΕΑΕ) έχει συγκροτήσει Ειδική Συμβουλευτική Επιτροπή που αντιμετωπίζει περιπτώσεις ακτινοβόλησης εγκύων και προβαίνει σε επιτόπιους ελέγχους και μετρήσεις, υπολογισμούς δόσεων και εκτιμήσεις επικινδυνότητας. Για οποιαδήποτε περαιτέρω πληροφορία, διευκρίνιση ή βοήθεια μπορείτε να επικοινωνήσετε με την ΕΕΑΕ.




Ιατρικές πράξεις με ιοντίζουσες ακτινοβολίες



Οι ιατρικές πράξεις με ιοντίζουσες ακτινοβολίες αφορούν κυρίως:
  • Ακτινολογικές εξετάσεις, όπως ακτινογραφίες, αξονική τομογραφία, μαστογραφία, ακτινοσκόπηση κ.ά. Κατά τις εξετάσεις αυτές δέσμη ακτίνων Χ προσπίπτει και διαπερνά την περιοχή ενδιαφέροντος απεικονίζοντας την εσωτερική δομή του σώματος. Η περιοχή στην οποία προσπίπτει η κύρια δέσμη της ακτινοβολίας λαμβάνει το μεγαλύτερο ποσό της «δόσης». Παράλληλα, ένα ποσοστό ακτινοβολίας σκεδάζεται και διαχέεται σε όλο το σώμα. Έτσι, για παράδειγμα, σε μια εξέταση αξονικής τομογραφίας θώρακα την υψηλότερη δόση δέχεται ο θώρακας (30 - 50 mSv ), ενώ στη περιοχή της κοιλιάς η δόση που «φτάνει» είναι κατά πολύ μικρότερη (0,1 mSv ).
Συνεπώς, μεγαλύτερη επικινδυνότητα για το κύημα έχουν οι εξετάσεις, όπου ακτινοβολείται η περιοχή της κοιλιακής χώρας (αξονική τομογραφία κοιλίας, ακτινογραφία πυέλου, ακτινογραφία οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης κ.λ.π.) και στις οποίες το κύημα εκτίθεται στην κύρια δέσμη ακτινοβολίας. Επισημαίνεται ότι μετά από την ακτινολογική εξέταση δεν παραμένει ακτινοβολία ή ραδιενέργεια στο σώμα.



  • Εξετάσεις Πυρηνικής Ιατρικής : Ένα ραδιοφάρμακο χορηγείται στον εξεταζόμενο και συγκεντρώνεται επιλεκτικά στο υπό εξέταση όργανο, αλλά και σε μικρότερο ποσοστό στους υπόλοιπους ιστούς. Η ακτινοβόληση του κυήματος είναι αποτέλεσμα της εξωτερικής ακτινοβόλησής του από τα ραδιοφάρμακα που υπάρχουν στα όργανα και στους ιστούς της μητέρας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, της μεταφοράς του ραδιοφαρμάκου μέσω του πλακούντα σε αυτό. Τυπικές τιμές δόσης στο κύημα κατά τις συνηθέστερες εξετάσεις πυρηνικής ιατρικής φαίνονται στον παρακάτω πίνακα.
Μετά την εξέταση, το ραδιοφάρμακο (και συνεπώς και η ραδιενέργεια - ακτινοβολία) παραμένει στο σώμα της μητέρας για κάποιο χρονικό διάστημα που εξαρτάται από το είδος του ραδιοφαρμάκου, βιολογικούς παράγοντες και το είδος της εξέτασης.



  • Ακτινοθεραπεία: Δέσμες ακτινοβολιών χρησιμοποιούνται για την «καταστροφή» καρκινικών όγκων. Στις περιπτώσεις αυτές οι δόσεις είναι πολύ υψηλές (50.000 mSv στον όγκο) και συνεπώς η υποβολή εγκύου σε ακτινοθεραπεία απαιτεί ειδικό σχεδιασμό και συλλογική λήψη αποφάσεων με βάση ιατρικά αλλά και οικογενειακά και ψυχολογικά κριτήρια.
Επιδράσεις της ιοντίζουσας ακτινοβολίας στο κύημα


Ανάλογα με τη φάση ανάπτυξής του οι επιδράσεις της ακτινοβολίας στο κύημα είναι:



  • 1η φάση (1η - 2η εβδομάδα): Στην αρχή της κύησης, όταν ο αριθμός των κυττάρων είναι μικρός, η ακτινοβολία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αποτυχημένη εμφύτευση του γονιμοποιημένου ωαρίου στο βλεννογόνο ή το θάνατο του κυήματος. Σε μία τέτοια περίπτωση, η εγκυμοσύνη δε θα γίνει αντιληπτή. Εφόσον η εγκυμοσύνη συνεχισθεί, θεωρείται ότι το παιδί που θα γεννηθεί δεν θα εμφανίσει βλάβες εξαιτίας της ακτινοβόλησης, χωρίς ωστόσο οι στοχαστικοί κίνδυνοι (απώτερα αποτελέσματα) να μπορούν να αποκλεισθούν τελείως. Η φάση αυτή θεωρείται χαμηλού κινδύνου.
  • 2η φάση (3η - 8η εβδομάδα): Κατά τη διάρκειά της, και για δόσεις στο κύημα μεγαλύτερες των 100 mSv , υπάρχει πιθανότητα εμφάνισης δυσπλασίας. Η πιθανότητα αυτή αυξάνεται κατά τη διάρκεια του πολλαπλασιασμού των κυττάρων και της διαφοροποίησης των αναπτυσσόμενων οργάνων. Οι επιδράσεις της ακτινοβολίας κατά τη φάση αυτή αφορούν και τους στοχαστικούς κινδύνους (απώτερα αποτελέσματα) με ποσοστό 0,015% ανά 1 mSv.
  • 3η φάση (8η εβδομάδα - τοκετός): Το πρώτο διάστημα (8η - 15η εβδομάδα) της φάσης αυτής, κατά το οποίο συντελείται η βασική διάπλαση του κεντρικού νευρικού συστήματος, έκθεση του εμβρύου σε υψηλές δόσεις (πάνω από 100 mSv ) μπορεί να οδηγήσει σε μείωση του δείκτη νοημοσύνης. Θεωρείται ότι 100 mSv μειώνουν το δείκτη νοημοσύνης του παιδιού κατά 3 μονάδες. Παρόλα αυτά, το έμβρυο δεν αναμένεται σε καμία περίπτωση να λάβει τόσο υψηλή δόση κατά τις συνήθεις διαγνωστικές εξετάσεις. Οι επιδράσεις της ακτινοβολίας κατά τη φάση αυτή αφορούν κυρίως τους στοχαστικούς κινδύνους (απώτερα αποτελέσματα) με ποσοστό 0,015% ανά 1 mSv.
Ακτινοπροστασία του κυοφορούμενου παιδιού


Α. Πριν την εξέταση με χρήση ιοντιζουσών ακτινοβολιών

 
Πριν την πραγματοποίηση οποιασδήποτε εξέτασης ή θεραπείας με χρήση ιοντίζουσας ακτινοβολίας, κάθε γυναίκα σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να ερωτάται από τον παραπέμποντα ιατρό, τον θεράποντα ιατρό (ακτινολόγο, πυρηνικό, ακτινοθεραπευτή, οδοντίατρο) ή το προσωπικό του εργαστηρίου εάν υπάρχει πιθανότητα εγκυμοσύνης. Σε κάθε περίπτωση, η γυναίκα πρέπει να ενημερώνει το προσωπικό του εργαστηρίου για το ενδεχόμενο εγκυμοσύνης.



Εάν η εξεταζόμενη δεν έχει παρατηρήσει κάποια καθυστέρηση στον κύκλο της, η εξέταση μπορεί να πραγματοποιηθεί κανονικά. Η χρήση μεθόδων αντισύλληψης όπως το αντισυλληπτικό χάπι ή το αντισυλληπτικό σπείραμα, δεν εξασφαλίζουν απαραίτητα τη μη ύπαρξη εγκυμοσύνης. Επίσης, ο κανόνας των 10 ημερών (έκθεση μόνον εντός 10 ημερών από την έναρξη της τελευταίας εμμήνου ρύσεως) μπορεί να χρησιμοποιηθεί, χωρίς όμως να είναι απαραίτητη η εφαρμογή του υπό μορφή ρουτίνας για εξετάσεις χαμηλής δόσης στο κύημα.


Σε περίπτωση υπόνοιας για πιθανή εγκυμοσύνη, η έκθεση στην ακτινοβολία πρέπει να αναβάλλεται μέχρι την επόμενη έμμηνο ρύση ή να πραγματοποιείται εφόσον έχει προηγηθεί αρνητικό test εγκυμοσύνης.


Β. Υποβολή εγκύων σε ιατρικές εξετάσεις με χρήση ιοντιζουσών ακτινοβολιών

 
Εάν η εγκυμοσύνη έχει επιβεβαιωθεί, συνιστώνται οι παρακάτω διαδικασίες:

 
• Αναζήτηση κατάλληλων εναλλακτικών διαγνωστικών μεθόδων ή θεραπειών, με χαμηλότερη ή μηδενική ακτινική επιβάρυνση του κυήματος, όπως υπέρηχοι, μαγνητική τομογραφία κλπ.

• Πιθανή αναβολή της εξέτασης ή της θεραπείας για μετά τον τοκετό, εάν αυτό είναι από κλινική άποψη αποδεκτό, σταθμίζοντας τον κίνδυνο και το όφελος, τόσο για την έγκυο όσο και για το κύημα.



• Εφόσον η αναβολή της εξέτασης ή της θεραπείας δεν είναι κλινικά αποδεκτή, τότε η πραγματοποίησή της απαιτεί την εκτίμηση της δόσης στο κύημα και τη λήψη όλων των κατάλληλων μέτρων για την ελαχιστοποίηση της δόσης αυτής. Τα μέτρα πρέπει να επιλέγονται, έτσι ώστε να ελαχιστοποιείται η δόση στη μήτρα και στο κύημα, χωρίς, ωστόσο, να μειώνεται η αποτελεσματικότητα της εξέτασης ή της θεραπείας. Αυτό επιτυγχάνεται :
  • για ακτινολογικές εξετάσεις: Λήψη λιγότερων εικόνων (φιλμς) μείωση χρόνου ακτινοσκόπησης, επιλογή των προβολών, θωράκιση της δέσμης ακτινοβολίας, περιορισμός πεδίου ακτινοβόλησης, χρήση κατάλληλων πρωτοκόλλων εξέτασης, κλπ.
  • για εξετάσεις πυρηνικής ιατρικής: Προσεκτική επιλογή του ραδιοϊσοτόπου που θα χορηγηθεί για την πραγματοποίηση της εξέτασης και την εφαρμογή ειδικών πρωτοκόλλων βελτιστοποίησης της ακτινοπροστασίας του κυήματος.
  • για ακτινοθεραπεία: Πριν αποφασιστεί η πραγματοποίηση μίας κλινικά αιτιολογημένης θεραπείας με χρήση ακτινοβολιών σε μέλλουσα μητέρα, πρέπει να έχει προηγηθεί η προσεκτική εκτίμηση της δόσης που θα λάβει το κύημα και ο ανάλογος σχεδιασμός της θεραπείας, ώστε να ελαχιστοποιηθεί η δόση σε αυτό.
Γ . Ενέργειες σε περίπτωση έκθεσης εγκύου σε ακτινοβολία χωρίς η εγκυμοσύνη να είναι γνωστή


Εάν η εγκυμοσύνη δεν είναι γνωστή και η έγκυος εκτεθεί σε ακτινοβολία, το πρώτο πράγμα που πρέπει να ακολουθήσει είναι η αξιολόγηση των δεδομένων της ακτινοβόλησης, (είδος και στοιχεία εξέτασης, εκτίμηση της δόσης στο κύημα, φάση ανάπτυξής του). Η εκτίμηση της δόσης στο κύημα είναι απαραίτητη για τον περαιτέρω υπολογισμό της πιθανότητας εμφάνισης κάποιου προβλήματος σε αυτό. Σε περίπτωση που κατά την έκθεση, η μήτρα της εγκύου βρίσκεται εκτός της πρωτεύουσας δέσμης της ακτινοβολίας, ή εκτιμάται ότι η δόση στο κύημα δεν υπερβαίνει το 1mSv, περαιτέρω δοσιμετρικοί υπολογισμοί δεν θεωρούνται απαραίτητοι.

 
Σύμφωνα με τις Οδηγίες τις Ευρωπαϊκής Ένωσης, για δόσεις στο κύημα μικρότερες των 100 mSv η διακοπή της κύησης πρέπει να αποκλείεται. Για δόσεις μεγαλύτερες των 100mSv, η απόφαση για τη διακοπή της κύησης ανήκει αποκλειστικά στο οικογενειακό περιβάλλον του κυοφορούμενου παιδιού, αφού πρώτα αναλυθούν και συζητηθούν με τους ειδικούς τα ιατρικά δεδομένα και οι τυχόν επιπτώσεις στο παιδί. Στη λήψη απόφασης πρέπει να συνεκτιμηθούν οικογενειακοί, κοινωνικοί, ψυχολογικοί και προσωπικοί παράγοντες. Τονίζεται ότι σύμφωνα με την ίδια οδηγία, ακόμη και για δόσεις στο κύημα της τάξης των μερικών εκατοντάδων mSv, δεν συνιστάται σε όλες τις περιπτώσεις διακοπή της κύησης.


Επισημαίνεται ότι σε καμία περίπτωση δεν αναμένονται δόσεις της τάξης των 100 mSv στο έμβρυο κατά τις συνήθεις διαγνωστικές εξετάσεις (ακτινολογικές ή πυρηνικής ιατρικής). Ενδέχεται να υπάρξουν στην ακτινοθεραπεία και σε ειδικές διαγνωστικές εξετάσεις (π.χ. επεμβατικές πράξεις και σύνθετες εξετάσεις αξονικής τομογραφίας κοιλιακής χώρας), όπου το κύημα εκτίθεται σε ισχυρές δέσμες ακτινοβολίας για μεγάλο χρονικό διάστημα.


Δεν δικαιολογείται για κανένα λόγο η διακοπή της κύησης σε περιπτώσεις που η έγκυος υποβληθεί σε ακτινολογικές εξετάσεις κατά τις οποίες, η μήτρα βρίσκεται εκτός της κύριας δέσμης ακτινοβολίας (π.χ. α/γ θώρακα, α/γ ΑΜΣΣ, α/γ άκρων, μαστογραφία, οδοντιατρικές α/γ, αξονική τομογραφία κεφαλής και θώρακα κλπ). Οι δόσεις στο κύημα είναι τόσο χαμηλές (μικρότερες του 1mSv), ώστε δεν επιφέρουν βλάβες σε αυτό, ενώ η πιθανότητα στοχαστικών αποτελεσμάτων είναι αμελητέα.


Δ . Εξετάσεις πυρηνικής ιατρικής : Αποφυγή εγκυμοσύνης - Θηλασμός - Μικρά παιδιά



Πέραν των παραπάνω και ειδικότερα για τις εξετάσεις πυρηνικής ιατρικής, λόγω του γεγονότος ότι μετά από την εξέταση το ραδιοφάρκακο παραμένει στο σώμα της μητέρας για κάποιο χρονικό διάστημα, ιδιαίτερη μέριμνα πρέπει να δίνεται:

 
-Στο χρονικό διάστημα μετά από την εξέταση στο οποίο η εγκυμοσύνη πρέπει να αποφεύγεται.


-Στην ενδεχόμενη διακοπή του θηλασμού μετά την χορήγηση ραδιοφαρμάκων.


-Στους κανόνες προφύλαξης μικρών παιδιών που ζουν σε σπίτι, όπου η μητέρα (και γενικότερα κάποιος συγκάτοικος) έχει υποβληθεί σε εξέταση πυρηνικής ιατρικής.


-Λεπτομερείς οδηγίες για τα παραπάνω πρέπει να δίνονται από το προσωπικό των εργαστηρίων πυρηνικής ιατρικής.


Μέτρα που πρέπει να ληφθούν μετά την υποβολή εγκύου σε διαγνωστική εξέταση ή θεραπεία

 
Μετά την υποβολή σε εξέταση ή θεραπεία μιας εγκύου με ιοντίζουσες ακτινοβολίες, τόσον εάν η περίπτωση περιλαμβάνεται στις παρούσες συστάσεις όσον και εάν η περίπτωση της εγκυμοσύνης δεν έγινε αντιληπτή κατά την πραγματοποίηση της εξέτασης ή της θεραπείας, πρέπει να υπολογιστεί η δόση στο κυοφορούμενο παιδί από Φυσικό Ιατρικής. Εάν η μήτρα της ασθενούς ήταν εκτός της πρωτεύουσας δέσμης, ή εάν η δόση στο κυφορούμενο παιδί εκτιμάται ότι είναι μικρότερη του 1 mSv, οι υπολογισμοί δεν είναι απαραίτητοι.


Η τιμή της δόσης και η φάση της εγκυμοσύνης κατά το χρόνο ακτινοβόλησης, πρέπει να ληφθούν υπόψη στη συζήτηση με την ασθενή για λήψη πιθανών αποφάσεων σχετικά με τη διακοπή ή μη της εγκυμοσύνης. Ο κίνδυνος που ενέχεται στις συνήθεις καθημερινές μας δραστηριότητες πρέπει να συγκριθεί κατά τη συζήτηση αυτή, με τον αντίστοιχο κίνδυνο που προέρχεται από την πραγματοποιηθείσα έκθεση. Θα πρέπει να τονιστεί ότι η διακοπή της κύησης είναι μια οδυνηρή απόφαση η οποία δεν θα πρέπει να ληφθεί χωρίς να υπάρχει πολύ σοβαρή αιτιολογία.


Για δόσεις στο κυοφορούμενο παιδί μικρότερες των 100 mSv, ή άμβλωση με μόνο κριτήριο την πιθανότητα βλάβης από την ακτινοβόληση πρέπει να αποκλείεται.


Για δόσεις στο κυοφορούμενο παιδί μεγαλύτερες των 100 mSv, τότε κατά τη συζήτηση για την τελική απόφαση σχετικά ή μη της εγκυμοσύνης θα πρέπει να ληφθούν υπόψη παράγοντες που αφορούν προσωπικά την ασθενή. Εξάλλου ακόμη και για δόσεις στο κυοφορούμενο παιδί της τάξης των μερικών εκατοντάδων mSv, δεν συνιστάται σε όλες τις περιπτώσεις η προσφυγή στην άμβλωση. Για δόσεις λοιπόν που προκαλούνται στο κυοφορούμενο παιδί από τις ακτινοδιαγνωστικές εξετάσεις δεν υπάρχει ανάγκη προσφυγής στην άμβλωση, ενώ κατά τις θεραπευτικές διαδικασίες η προσφυγή στην άμβλωση μπορεί να συσταθεί μετά από στάθμιση ενός συνόλου παραγόντων.

 
Ακτινοπροστασία του παιδιού που θηλάζει

 
Εάν μια γυναίκα σε αναπαραγωγική ηλικία προγραμματίζεται για μία εξέταση Πυρηνικής Ιατρικής ή θεραπεία με ραδιοϊσότοπα, η γυναίκα πρέπει να ερωτηθεί, προφορικά ή γραπτά, αν έχει μικρό παιδί και εάν το γαλουχεί. Επίσης θα πρέπει να υπάρχει σε εμφανή θέση στο εργαστήριο ταμπέλα, της οποίας το περιεχόμενο θα υπενθυμίζει στις μητέρες ότι πρέπει να ενημερώσουν το προσωπικό του εργαστηρίου σε περίπτωση γαλουχίας. Εάν η απάντηση είναι ναι, θα πρέπει η μητέρα να ενημερωθεί για τους περιορισμούς που επιβάλλονται κατά τη γαλουχία και οι οποίοι εξαρτώνται από το είδος της εξέτασης ή της θεραπευτικής διαδικασίας.


Σε περίπτωση θεραπείας με ραδιοϊσότοπα η γαλουχία πρέπει να διακοπεί. Εάν η γαλουχία πρέπει να συνεχιστεί μετά από εξέταση με ραδιοϊσότοπα, τότε συνιστάται η απομάκρυνση του μητρικού γάλακτος με θήλαστρο λίγες μέρες πριν την εξέταση, η συντήρησή του και η μετέπειτα χρήση του για την τροφή του παιδιού. Μετά τη χορήγηση του ραδιοφάρμακου, το μητρικό γάλα πρέπει να αφαιρείται με θήλαστρο για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στον Πίνακα και να απορρίπτεται στο αποχετευτικό σύστημα.


Ο συνολικός χρόνος που συνιστάται να παρέλθει από την χορήγηση του ραδιοφαρμάκου μέχρι την επανέναρξη της γαλουχίας για διάφορα είδη εξετάσεων δίδεται στον Πίνακα. Η στενή επαφή του παιδιού με τη μητέρα θα πρέπει να περιορίζεται για όλο αυτό το χρονικό διάστημα.


Ακτινοπροστασία του παιδιού από εξωτερική ακτινοβόληση οφειλόμενη στους γονείς


Η δόση στο παιδί από εξωτερική ακτινοβόληση οφειλόμενη στη μητέρα του που είχε υποβληθεί σε εξέταση με ραδιοϊσότοπα είναι συνήθως χαμηλή. Πάντως και οι μικρές δόσεις στο παιδί μπορεί να αποφευχθούν με την ελαχιστοποίηση της επαφής μητέρας-παιδιού κατά τη διάρκεια των πρώτων ωρών μετά τη χορήγηση του ραδιοφαρμάκου.


Για ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε θεραπεία με ραδιοφάρμακα, είναι συνήθως απαραίτητο να περιορίζεται η επαφή με τα παιδιά κατά τη διάρκεια των πρώτων δύο εβδομάδων από τη χορήγηση. Ο Ιατρός σε συνεργασία με τον Φυσικό Ιατρικής δίδει τις κατάλληλες συμβουλές στον ασθενή ή τον νόμιμο συνοδό του.
Πηγή

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2011

Ακτινοβολίες: Κίνδυνος για την εγκυμοσύνη; Αιτία αυτισμού;

"Τα όρια της έκθεσης του κοινού στην ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία είναι ανεπαρκή. Δεν λαμβάνουν υπόψη τους τις εξελίξεις στις τεχνολογίες πληροφορίας και επικοινωνιών και την ύπαρξη ευάλωτων ομάδων πληθυσμού όπως οι έγκυοι, τα νεογέννητα και τα παιδιά" Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Ψήφισμα 2007/2252[i]


Γιατί οι αναπτυσσόμενοι οργανισμοί είναι πιο ευάλωτοι στις ακτινοβολίες;


  • το ανοσοποιητικό τους σύστημα είναι λιγότερο ανεπτυγμένο από αυτό των ενηλίκων

  • ο αυξημένος πολλαπλασιασμός των νεανικών κυττάρων τα κάνει περισσότερο ευάλωτα στις γενετικές βλάβες [ii]

  • οι βιολογικές επιδράσεις στην κυτταρική ανάπτυξη που προκαλούνται από την έκθεση σε τεχνητές ακτινοβολίες είναι πολύ μεγαλύτερες στα νεαρά και ταχέως αναπτυσσόμενα κύτταρα από ό,τι στα γηρασμένα (Kwee 2003[iii])

  • η διείσδυση των ακτινοβολιών γίνεται σε μεγαλύτερο βάθος στους ανήλικους εξαιτίας του μικρότερου μεγέθους τους, των λεπτότερων οστών τους και της μεγαλύτερης περιεκτικότητας του σώματος τους σε νερό (αυξημένη αγωγιμότητα)




“Τα παιδιά είναι πιθανώς περισσότερο ευάλωτα στις ακτινοβολίες εξαιτίας του αναπτυσσόμενου νευρικού τους συστήματος, της μεγαλύτερης απορρόφησης ενέργειας από τον εγκέφαλο και του μεγαλύτερου χρόνου εφόρου ζωής έκθεσης” Πόρισμα ερευνών του Βρετανικού Κοινοβουλίου (Stewart Report) [xxvii]



Δείτε τη διαφορά στην απορρόφηση της ακτινοβολίας των κινητών τηλεφώνων από τους εγκεφάλους ενός ενήλικα και ενός παιδιού 5 και 10 ετών[iv]:



 
Ίσως τελικά δεν είναι τυχαία η συνεχής αύξηση των παιδικών κρουσμάτων καρκίνου του εγκεφάλου σε Αγγλία, Αυστραλία, Η.Π.Α. και Ιαπωνία[v] και το γεγονός ότι ενώ στους ενήλικες οι καρκίνοι του εγκεφάλου αποτελούν μόνο το 2% των κακοηθών όγκων, στα παιδιά αποτελούν το 20%[vi].

"Οι αρνητικές επιδράσεις της ηλεκτρομαγνητικής ρύπανσης μπορεί να χρειαστούν δεκαετίες για να εκτιμηθούν, αν και κάποιες όπως η πρόκληση καρκίνου ήδη έχουν βγει στην επιφάνεια. Αυτό το γιγαντιαίο πείραμα στα παιδιά και τα εγγόνια μας μπορεί να οδηγήσει σε τεράστιες βλάβες στο μυαλό και το σώμα και έχει την προοπτική να προκαλέσει τραγωδία πρωτόγνωρων διαστάσεων, εκτός και αν ληφθούν άμεσα μέτρα" Paul Rosch, καθηγητής Ιατρικής στην Ιατρική Σχολή Νέας Υόρκης [vii]


Έλλειψη συγκέντρωσης, υπερκινητικότητα, αυτισμός


Πολλοί επιστήμονες θεωρούν ότι η σημερινή υπερβολική έκθεση παιδιών και εγκύων στις τεχνητές ακτινοβολίες έχει σχέση με την σύγχρονη αύξηση των παιδικών προβλημάτων νόησης και συμπεριφοράς (σήμερα 1 στα 91 παιδιά γεννιέται ή γίνεται αυτιστικό[viii] - τη δεκαετία του 80’ μόνο 1 ανά 10.000 παιδιά[ix]).



  • Μελέτη του Ινστιτούτου Νευροβιολογίας στην Ουάσιγκτον κατέγραψε 8 φορές περισσότερη ακτινοβολία από ηλεκτρικές πηγές και 20 φορές περισσότερη ακτινοβολία από ασύρματες πηγές στα κρεβάτια που χρησιμοποιούσαν κατά την εγκυμοσύνη τους μητέρες που γέννησαν αυτιστικά παιδιά σε σχέση με αυτά των μητέρων που γέννησαν υγιή παιδιά[x].

  • 8 φορές περισσότερη ακτινοβολία από ηλεκτρικές πηγές και 13 φορές περισσότερη ακτινοβολία από ασύρματες πηγές κατέγραψε η μελέτη και στα κρεβάτια των παιδιών με αυτισμό σε σχέση με αυτά των υγιών παιδιών.


"Η μέτρηση των ηλεκτρομαγνητικών πεδίων στο κρεβάτι της μητέρας αποτελεί έναν από τους απαραίτητους προγεννητικούς έλεγχους. Αν τα επίπεδα είναι υψηλά, το παιδί είναι πιθανό να αναπτύξει νευρολογικές ανωμαλίες μέσα στα 2 πρώτα χρόνια ζωής" Δρ. Κλίνγκχαρτ, διευθυντής Ινστιτούτου Νευροβιολογίας Ουάσιγκτον [xi]



Οι νέες παλμικές ασύρματες ακτινοβολίες (υψηλών συχνοτήτων) που εκπέμπονται από τις κεραίες κινητής τηλεφωνίας, τα κινητά και τα ασύρματα τηλέφωνα, τα ασύρματα μόντεμ κ.α.:
  • παρεμποδίζουν την διαμόρφωση της φυσιολογικής ηλεκτρομαγνητικής δραστηριότητας του εγκεφάλου, η οποία σταθεροποιείται περίπου σε ηλικία 12 ετών, γεγονός που εξηγεί την αύξηση των περιστατικών υπερκινητικότητας και επιληψίας στις παιδικές ηλικίες σύμφωνα με τον Δρ. Gerard Hyland, βιοφυσικό στο Πανεπιστήμιο Warwick και 2 φορές υποψήφιο για βραβείο Νόμπελ Ιατρικής

  • αποσυντονίζουν την αρχική βαθμονόμηση των εγκεφαλικών δικτύων και του συστήματος των νευρώνων-κατόπτρων (mirror neuron system) στα νεογέννητα, οδηγώντας σε αυτιστικά μοτίβα συμπεριφοράς (Thornton [xii]) και αποτελούν πιθανή αιτία της σύγχρονης αύξησης των περιστατικών αυτισμού (Kane [xiii])

  • αποτελούν παράγοντα πρόκλησης αυτισμού, ενώ η προφύλαξη από αυτές ενισχύει τα αποτελέσματα θεραπευτικών προσεγγίσεων, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη (Mariea, Carlo [xiv]) - οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι αυτό οφείλεται στην στρεσογόνο αντίδραση που έχουν τα κύτταρα στις ασύρματες ακτινοβολίες [xv], η οποία οδηγεί σε κλείσιμο των ενεργών καναλιών μεταφοράς ουσιών και την παγίδευση των βαρέων μετάλλων ενδοκυτταρικά

  • «οδηγούν σε διαταραχές ύπνου, κατάθλιψη, χρόνια κόπωση, πονοκέφαλο, μειωμένη ικανότητα μάθησης, αποβολές εγκυμοσύνης, πρόωρη παιδική θνησιμότητα, εκ γενετής παραμορφώσεις,(...) λευχαιμία, καρκίνο του εγκέφαλου, του στήθους και των όρχεων (...) ενώ οι εκτεθειμένοι σε ασύρματη ακτινοβολία γονείς αποκτούν παιδιά με μεγαλύτερο ποσοστό καρκίνων του κεντρικού νευρικού συστήματος και άλλων προβλημάτων υγείας» σύμφωνα με τον Δρ. Neil Cherry του Πανεπιστημίου Lincoln Νέας Ζηλανδίας




"Aρνητικές επιπτώσεις υγείας που προκαλούνται στους ανθρώπους όπως πονοκέφαλοι, αϋπνία, βλάβες στην μνήμη κλπ, μπορεί να μην απειλούν του ζωή αλλά έχουν ένα εξασθενητικό αποτέλεσμα που επηρεάζει την ευεξία και στην περίπτωση των παιδιών μπορεί να υπονομεύσει την νευρολογική και ακαδημαϊκή τους ανάπτυξη, όπως είναι ήδη φανερό από τις εμπειρίες γειτνίασης παιδικών σταθμών με κεραίες κινητής τηλεφωνίας" Δρ. Gerard Hyland, βιοφυσικός, Πανεπιστήμιο Warwick, 2 φορές υποψήφιος βραβείου Νόμπελ [xvii]



Σύγχρονο πρόβλημα αποτελεί και η ολοένα και μεγαλύτερη παραμόρφωση του απλού ημιτονοειδούς σήματος 50Hz του ηλεκτρικού δικτύου με αρμονικές υψηλών συχνοτήτων λόγω της αυξημένης χρήσης λαμπτήρων φθορισμού, αντάπτορων εναλλασσόμενου ρεύματος, ηλεκτρονικών διακοπτών dimmer, κλιματιστικών inverter, τηλεοράσεων plasma, φωτοβολταϊκων συστημάτων κ.α.



Το φαινόμενο αποκαλείται «Βρώμικός Ηλεκτρισμός» και έχει συνδεθεί με το σύνδρομο έλλειψης προσοχής, την σκλήρυνση κατά πλάκας και τον διαβήτη[xviii].

  • Η ερευνήτρια Magda Havas υποστηρίζει ότι: «Έχουμε σημαντικά στοιχεία ότι τα συμπτώματα κάποιων νευρολογικών ασθενειών στα παιδιά όπως το Σύνδρομο Έλλειψης Προσοχής και ο αυτισμός επιδεινώνονται από τον βρώμικο ηλεκτρισμό και ότι η συμπεριφορά των παιδιών βελτιώνεται σημαντικά σε ένα (ηλεκτρικά) καθαρό περιβάλλον»[xix].


Παιδικός Καρκίνος


Η γειτνίαση με ραδιοτηλεοπτικές κεραίες έχει συνδεθεί με τον μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου στα παιδιά[xx],[xxi] και οι ακτινοβολίες χαμηλών συχνοτήτων έχουν συνδεθεί με την πρόκληση παιδικής λευχαιμίας (διπλάσιος κίνδυνος για τα παιδιά που είναι εκτεθειμένα σε τιμές πάνω από 300nT [xxii],[xxiii],[xxiv]) που είναι η πιο συχνή μορφή καρκίνου των ανηλίκων.



Αποβολές εγκυμοσύνης


Οι ακτινοβολίες χαμηλών συχνοτήτων έχουν συνδεθεί και με την πρόκληση αποβολών κατά την εγκυμοσύνη[xxv],[xxvi].





Συμβουλές μείωσης έκθεσης για παιδιά και εγκύους


  • Προσπαθήστε να χρησιμοποιείτε το κινητό τηλέφωνο μόνο όταν υπάρχει ανάγκη. Επίσης αποφεύγετε το ασύρματο τηλέφωνο και προτιμάτε τις σταθερές ενσύρματες τηλεφωνικές γραμμές για πολύωρη χρήση.

  • Απενεργοποιείστε την ασύρματη λειτουργία του μόντεμ και χρησιμοποιείστε καλώδιο για τη σύνδεση στο ίντερνετ ή απομακρύνετε το ασύρματο μόντεμ από τους χώρους όπου περνάτε πολλές ώρες.

  • Αποφύγετε τις συσκευές επιτήρησης των μωρών (Baby Monitors) που λειτουργούν ασύρματα. Υπάρχουν ενσύρματες κάμερες παρακολούθησης που κάνουν την ίδια δουλειά.

  • Μειώστε τις ώρες χρήσης ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών και αντικαταστήστε με ενσύρματα τα ασύρματα ποντίκια και πληκτρολόγια.




Υπερβάσεις των ορίων έκθεσης που προτείνουν επιστημονικοί οργανισμοί για την αποφυγή προβλημάτων υγείας συχνά προέρχονται από μη εμφανείς πηγές ακτινοβολίας (ασύρματες συσκευές γειτόνων, καμουφλαρισμένες κεραίες κινητής τηλεφωνίας, αγείωτες ηλεκτρικές συσκευές, σφάλματα στην ηλεκτρική καλωδίωση κ.α.).



Με τον Έλεγχο Ηλεκτρομαγνητικής Επιβάρυνσης θα μάθετε πόση ακτινοβολία δέχεστε στους χώρους όπου περνάτε τον περισσότερο χρόνο σας και όλους τους απλούς τρόπους για να την μειώσετε.


Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2011

Προσυμπτωματική Διάγνωση και Έλεγχος για Καρκίνο του Νεφρού


Εισαγωγή


Δυστυχώς, δεν υπάρχει καμία εξέταση αίματος ή ούρων που ν' ανακαλύπτει την παρουσία καρκίνου του νεφρού. Εάν υπάρχει υποψία καρκίνου του νεφρού τότε πρέπει να γίνουν ορισμένες απεικονιστικές εξετάσεις. Η πρώτη εξέταση είναι ένα υπερηχογράφημα ή μία αξονική τομογραφία άνω και κάτω κοιλίας. Σ' ορισμένες περιπτώσεις ένας συνδυασμός απεικονιστικών εξετάσεων είναι αναγκαίος για μία πλήρη διερεύνηση του όγκου.
Εάν υπάρχει η υποψία καρκίνου πρέπει να διερευνηθεί αν έχει επεκταθεί έξω από τον νεφρό – δηλαδή εάν έχει δώσει μεταστάσεις. Οι εξετάσεις για τον έλεγχο μεταστάσεων περιλαμβάνουν:
  • αξονική ή/και μαγνητική τομογραφία κοιλίας
  • απλή ακτινογραφία θώρακος, και
  • εξετάσεις αίματος
Ένα σπινθηρογράφημα οστών συνιστάται εφόσον υπάρχουν πόνοι στα οστά, πρόσφατα κατάγματα οστών ή συγκεκριμένα παθολογικά ευρήματα στις εξετάσεις αίματος. Επιπλέον εξετάσεις δεν είναι αναγκαίες και γίνονται μόνο σε ειδικές περιπτώσεις.
Ο καρκίνος του νεφρού έχει την τάση ν' αναπτύσσεται μέσα στην νεφρική και κάτω κοίλη φλέβα. Η νεφρική φλέβα είναι η κύρια φλέβα του νεφρού, με την οποία όλο το αίμα του νεφρού αποχετεύεται από το νεφρό και εισέρχεται στην κυκλοφορία. Η κάτω κοίλη φλέβα είναι εκείνη που συγκεντρώνει το αίμα απ' όλα τα όργανα και από το νεφρό και το οδηγεί στην καρδιά. Το τμήμα του όγκου που επεκτείνεται μέσα σ' αυτές τις φλέβες ονομάζεται “θρόμβος όγκου”. Απεικονιστικές μέθοδοι, και κυρίως η μαγνητική τομογραφία, μπορούν να ελέγξουν με ακρίβεια την ύπαρξη θρόμβων όγκου.
Οι συνηθέστερες εξετάσεις για την διάγνωση και διερεύνηση του καρκίνου του νεφρού είναι:
Υπερηχογράφημα (Ultrasonography ή UltraSound, US)
Εάν υπάρχει αίμα στα ούρα, ένα υπερηχογράφημα κοιλιάς με ιδιαίτερη προσοχή στους νεφρά, ουρητήρες και στην ουροδόχο κύστη ανήκει στην εξέταση ρουτίνας πρώτης επιλογής. Συνήθως δεν απαιτείται καμία προετοιμασία για αυτή την εξέταση, η οποία είναι και ανώδυνη. Χρησιμοποιούνται ηχητικά κύματα για να παράγουν εικόνες των εσωτερικών οργάνων. Έτσι συμβάλουν στον εντοπισμό οποιασδήποτε μάζας  που μπορεί να υπάρχει στα εσωτερικά όργανα. Μία κεφαλή υπερήχων που ονομάζεται ηχοβολέας σαρώνει το δέρμα και εκπέμπει ηχητικά κύματα που μπορεί κατόπιν να εντοπίσει ως ηχώ καθώς αντανακλώνται πίσω από τα εσωτερικά όργανα. Οι εικόνες από την ηχώ που παράγεται από τους όγκους των νεφρών έχουν διαφορετική εμφάνιση από εκείνη των φυσιολογικών  νεφρών. Αυτή η εξέταση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αρχική διάγνωση της μάζας των νεφρών.
Αξονική τομογραφία (CT scan)
Η αξονική τομογραφία είναι μια άκρως εξειδικευμένη ακτινογραφία. Χρησιμοποιείται για να απεικονίσει τα εσωτερικά όργανα παρέχοντας μια πολύ ακριβή εικόνα σε διατομή των  περιοχών του σώματος. Είναι ένα από τα κύρια εργαλεία απεικόνισης για την αξιολόγηση του καρκίνου του νεφρού. Εάν η αρχική ένδειξη του όγκου είναι μια μάζα ή πάχυνση στην περιοχή των νεφρών που διαπιστώθηκαν σε μια ακτινογραφία που λαμβάνονται για άλλους λόγους, ή δει ή αισθητές από το εξωτερικό του σώματος, μία αξονική τομογραφία διατάσσεται συχνά.
Η αξονική τομογραφία είναι περισσότερο λεπτομερής απ' ότι η συνήθης ακτινογραφία, επιτρέποντας τη λήψη φωτογραφιών από τα εσωτερικά όργανά σε μία λεπτή φέτα σε μια δεδομένη στιγμή από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Στη συνέχεια ένας υπολογιστής συνδυάζει και επεξεργάζεται τις εικόνες μαζί για τον προσδιορισμό του μεγέθους και της θέσης των τυχόν ανωμαλίες. Για την ενίσχυση της εικόνας των κοιλιακών οργάνων, ένα σκιαγραφικό  μέσο – δηλαδή μία χρωστική ουσία – λαμβάνεται από το στόμα πριν από τη σάρωση. Ένα ενδοφλέβιο σκιαγραφικό μπορεί επίσης να χορηγηθεί για επιπλέον  αντίθεση. Γενικά δεν υπάρχει κανένας πόνος που να συνδέεται με την αξονική τομογραφία, αν και η ενδοφλέβια χρωστική ουσία μπορεί να προκαλέσει μια αίσθηση ζέστης ή έξαψης. Μερικοί άνθρωποι μπορεί επίσης να παρουσιάσει αλλεργική αντίδραση στο ενδοφλέβιο σκιαγραφικό  μέσο, ιδίως σ' άτομα που είναι αλλεργικά στο ιώδιο. Ανάλογα με το μέρος του σώματος που πρέπει να εξετασθεί, ειδικοί διατροφικοί περιορισμοί μπορεί να ζητηθούν πριν από τη διαδικασία.
Η τεχνολογία σάρωσης της αξονικής τομογραφίας έχει πρόσφατα βελτιωθεί με την ανάπτυξη μιας μεθόδου που ονομάζεται σπειροειδής υπολογιστική τομογραφία σάρωσης. Αυτού του είδους η αξονική τομογραφία είναι πιο γρήγορη και δίνει μια καλύτερη εικόνα από ότι οι παλιότερες μέθοδοι υπολογιστικής τομογραφίας.
Μαγνητική Τομογραφία (Μαγνητικού Συντονισμού Απεικόνιση, Magnetic Resonance Imaging, MRI)
H μαγνητική τομογραφία είναι μία πολύ εξειδικευμένη σάρωση που είναι παρόμοια με την αξονική τομογραφία, αλλά μπορεί να είναι καταλληλότερη για την εκτίμηση ορισμένων περιοχών του σώματος, όπως τα οστά. Δημιουργεί μια ακριβή εγκάρσια εικόνα των συγκεκριμένων εσωτερικών οργάνων οργάνων του σώματος, για να καταστεί δυνατή η εξέταση του ενός στρώματος μετά το άλλο. Μια μαγνητική τομογραφία δεν είναι συνήθως μια επώδυνη διαδικασία. Επειδή χρησιμοποιεί ένα ισχυρό μαγνήτη για την παραγωγή των εικόνων, τα άτομα με μέταλλο μέσα στο σώμα τους - όπως προσθετική αντικαταστάσεις ισχίου, βηματοδότες ή μεταλλικές πλάκες - θα πρέπει να συζητήσουν τη χρήση της μαγνητικής τομογραφίας με το γιατρό τους ή/και τον τεχνικό πριν από τη εκτέλεση της σάρωσης. Η εξέταση μπορεί να απαιτήσει από τον ασθενή να παραμένει ξαπλωμένος για μεγάλο χρονικό διάστημα συνήθως σε ένα στενό χώρο. Αυτό μπορεί να είναι δύσκολο για κάποιους ανθρώπους που δεν τους αρέσει να ' ναι κλειστοί σ' έναν χώρο. Οι μαγνητικές τομογραφίες χρησιμοποιούνται συχνά στις περιπτώσεις όπου η αξονική τομογραφία μπορεί ν' απεικονίσει μια συγκεκριμένη περιοχή του σώματος αρκετά καλά.
Σπινθηρογράφημα οστών
Το σπινθηρογράφημα οστών χρησιμοποιείται για τον έλεγχο της εξάπλωσης του καρκίνου στα οστά. Γίνεται με την έγχυση μικρών ποσοτήτων ειδικής ραδιενεργούς ουσίας μέσω μιας φλέβας στο αίμα. Η ουσία αυτή μεταφέρεται με την κυκλοφορία του αίματος στα οστά, όπου συγκεντρώνεται σε περιοχές όπου υπάρχει μεγάλη δραστηριότητα των οστών. Η εξέταση μπορεί να εντοπίσει τόσο καρκινικές όσο και μη-καρκινικές παθήσεις, αλλά δεν μπορεί να γίνει διάκριση μεταξύ καρκίνου και άλλων παθήσεων όπως η αρθρίτιδα, όταν χρησιμοποιείται γίνεται μόνο αυτή η εξέταση. Ως εκ τούτου άλλες εξετάσεις είναι απαραίτητες, όπως οι απλές ακτινογραφίες και η αξονική τομογραφία.
Τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων (PET Scan, Positron Emission Tomography)
Είναι μια πολύ εξειδικευμένη διαγνωστική μελέτη, η οποία παρέχει πληροφορίες σχετικά με τον βαθμό εξάπλωσης του καρκίνου, με βάση ορισμένες δραστηριότητες των κυττάρων.  Η ΡΕΤ χρησιμοποιείται συνήθως για τον καρκίνο του μαστού, του παχέος εντέρου, των ωοθηκών, του λεμφώματος, του πνεύμονα, του μελανώματος και του καρκίνου κεφαλής και τραχήλου. Η αποτελεσματικότητα της PET για τον καρκίνο του νεφρού είναι ακόμη υπό μελέτη.
Ο ΑΣΘΕΝΗΣ ΞΑΠΛΩΝΕΙ Σ' ΕΝΑ ΤΡΑΠΕΖΙ ΠΟΥ ΕΙΣΕΡΧΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΜΗΧΑΝΗ TEP. ΡΑΔΙΕΝΕΡΓΟΣ ΓΛΥΚΟΖΗ ΧΟΡΗΓΕΙΤΑΙ ΕΝΔΟΦΛΕΒΙΩΣ ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΣΑΡΩΤΗΣ (SCANNER) ΑΝΙΧΝΕΥΕΙ ΤΗΝ ΘΕΣΗ ΚΑΘΗΛΩΣΗΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΓΛΥΚΟΖΗΣ ΣΤΟ ΣΩΜΑ. ΤΑ ΚΑΡΚΙΝΙΚΑ ΚΥΤΤΑΡΑ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΕΝΤΟΝΟΤΕΡΑ ΓΙΑΤΙ ΠΡΟΣΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΚΑΙ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΗ ΓΛΥΚΟΖΗ ΑΠΟ ΤΑ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΑ ΚΥΤΤΑΡΑ.  


Σε αντίθεση με την αξονική και μαγνητική τομογραφία, που παράγουν εικόνες των εσωτερικών οργάνων ή άλλων δομών, η ΡΕΤ δημιουργεί εικόνες που βασίζονται στις χημικές και φυσιολογικές αλλαγές που σχετίζονται με τον μεταβολισμό των κυττάρων. Αυτό είναι σημαντικό διότι χημικές και φυσιολογικές αλλαγές στα κύτταρα εμφανίζονται συχνά  νωρίτερα, πριν από τις δομικές αλλαγές – πχ ανάπτυξη ενός όγκου – που μπορεί να συμβαίνει στους ιστούς. Το αποτέλεσμα είναι ότι η ΡΕΤ μπορεί να διακρίνει κακοήθεις από καλοήθεις όγκους και να βοηθήσει στον καθορισμό του σταδίου εξάπλωσης του καρκίνου στον ασθενή. Η PET μπορεί επίσης να υπολογίσει εάν η εφαρμόσιμη θεραπεία έχει ή όχι  αποτέλεσμα. Η PET χρησιμοποιείται αρκετά συχνά σε συνδυασμό με αξονική και μαγνητική τομογραφία. Μια ΡΕΤ μπορεί να διαρκέσει από 15 λεπτά έως 2 ώρες, ανάλογα με την περιοχή του σώματος που εξετάζεται.
Ενδοφλέβια Πυελογραφία (IntraVenous Pyelogram, IVP)
Η ενδοφλέβια πυελογραφία μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί. Ειδική σκιαγραφική ουσία χορηγείται ενδοφλέβια, συνήθως στο χέρι. Η ουσία κυκλοφορεί με τη ροή του αίματος στα διάφορα όργανα του σώματος, συμπεριλαμβανομένων και των νεφρών. Ακτινογραφίες των νεφρών λαμβάνονται καθώς η σκιαγραφική ουσία κυκλοφορεί μέσω των νεφρών.  Έτσι εντοπίζονται τυχόν ανωμαλίες στο νεφρό. Αν το υπερηχογράφημα ή η πυελογραφία είναι παθολογική, μία αξονική τομογραφία είναι απαραίτητη.
Ακτινογραφία θώρακος
Μια απλή ακτινογραφία θώρακα μπορεί γίνεται για τον έλεγχο της εξάπλωσης του καρκίνου στους πνεύμονες. Αν κάτι φαίνεται στην ακτινογραφία θώρακα μία αξονική τομογραφία θώρακα είναι αναγκαία.
Αγγειογραφία
Αυτή η διαδικασία χρησιμοποιείται για να απεικονίσει τη θέση και λειτουργία των αρτηριών. Ο καθετήρας εισέρχεται σε μια μεγάλη αρτηρία στο πόδι, σε μια αρτηρία που οδηγεί προς τους νεφρούς (νεφρικής αρτηρίας). Μια σκιαγραφική ουσία χορηγείται στη συνέχεια στην αρτηρία για να “χρωματίσει” τα αιμοφόρα αγγεία. Η αγγειογραφία σκιαγραφεί τα αιμοφόρα αγγεία που τροφοδοτούν έναν όγκο νεφρού, βοηθώντας τον χειρουργό στον καλύτερο σχεδιασμό της εγχείρησης. Η αγγειογραφία μπορεί επίσης να βοηθήσει στη διάγνωση του καρκίνου του νεφρού γιατί τα αιμοφόρα αγγεία που τροφοδοτούν τους όγκους είναι συνήθως διαφορετικά από εκείνα που παρέχουν κανονικά αίμα στον φυσιολογικό νεφρό.
Βιοψία
Εάν, μετά την ολοκλήρωση των διαγνωστικών εξετάσεων, υπάρχει ισχυρή κλινική υποψία ότι η νεφρική μάζα είναι καρκινική (κακοήθης), η χειρουργική αφαίρεση του νεφρού (νεφρεκτομή) είτε του όγκου μόνο (ογκεκτομή) πρέπει να εκτελείται αμέσως. Εάν τ' αποτελέσματα των διαγνωστικών εξετάσεων δεν είναι σαφή, μια βιοψία μπορεί να πραγματοποιηθεί. Κατά τη διάρκεια της βιοψία ένα μικρό δείγμα ιστού αφαιρείται από τη μάζα και εξετάζεται για να διαπιστωθεί αν είναι καλοήθη ή κακοήθη. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να εκτελεσθεί μια βιοψία της νεφρικής μάζας. Η πιο κοινή μέθοδος είναι μια διαδικασία που ονομάζεται αναρρόφηση με λεπτή βελόνα (FNA) ή βιοψία με λεπτή βελόνα. Χρησιμοποιώντας υπερήχους ή αξονικό τομογράφο για καθοδήγηση μία πολύ λεπτή βελόνα εισάγεται μέσω του δέρματος απευθείας στη μάζα και αφαιρέστε το δείγμα ιστού. Αυτή δεν είναι σε γενικές γραμμές μία επώδυνη διαδικασία. Ένας παθολογοανατόμος θα αξιολογήσει την βιοψία κάτω από το μικροσκόπιο για να διαπιστωθεί αν είναι καλοήθη ή κακοήθη. Αν είναι κακοήθης όγκος ο παθολογοανατόμος  θα επισημάνει επίσης τον ιστολογικό τύπο κυττάρων και το βαθμό κακοήθειας.
Εάν υπάρχουν σαφείς αποδείξεις για εκτεταμένες μεταστάσεις κατά τη στιγμή της ανακάλυψης της μάζας των νεφρών, μια βιοψία μπορεί να ληφθεί από μια περιοχή της μετάστασης, αντί από τους νεφρούς. Αυτό μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο αιμορραγίας, αν η μεταστατική περιοχή είναι πιο εύκολα προσβάσιμη από τους νεφρούς.
Άλλες Εξετάσεις
Εκτός από τις διαγνωστικές εξετάσεις που περιγράφονται ανωτέρω, μπορεί να διενεργηθούν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες εργαστηριακές εξετάσεις για την ολοκλήρωση της διαγνωστικής διερεύνησης.
Εξέταση Ούρων
Η εξέταση των ούρων είναι συνήθως μέρος μιας πλήρους σωματικής εξετάσης. Μικροσκοπικές και χημικές εξετάσεις που ανιχνεύουν μικρές ποσότητες αίματος και άλλες ουσίες που δεν φαίνονται με γυμνό μάτι. Περίπου οι μισοί από όλους τους ασθενείς με καρκίνωμα νεφρών θα έχουν αίμα στα ούρα τους. Μικροσκοπική εξέταση των δειγμάτων ούρων (που ονομάζεται και κυτταρολογική εξέταση ούρων) μπορεί να ανιχνεύσει καρκινικά κύτταρα στα ούρα.
Εξετάσεις αίματος
H γενική αίματος και η βιοχημική εξέταση του αίματος μπορεί να ανιχνεύσει ευρήματα  έχουν σχέση με τον καρκίνο του νεφρού. Αναιμία (πολύ λίγα ερυθρά αιμοσφαίρια) είναι πολύ συχνή. Ερυθροκυττάρωση (ή πολυκυτταραιμία, πάρα πολλά ερυθρά αιμοσφαίρια του αίματος) μπορεί επίσης να προκύψει, επειδή ορισμένοι καρκίνοι των νεφρών παράγουν μια ορμόνη (ερυθροποιητίνη), η οποία προκαλεί αύξηση της παραγωγής ερυθρών αιμοσφαιρίων από τον μυελό των οστών.
Υψηλά επίπεδα ενζύμων της ηπατικής λειτουργίας στο αίμα (για λόγους που δεν είναι γνωστό) και υπερασβεστιαιμία (υψηλά επίπεδα ασβεστίου στο αίμα) συμβαίνουν μερικές φορές.